Ο όρος υπερεκτίμηση της εικόνας σώματος έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγήσει έναν από τους δυσλειτουργικούς τρόπους αξιολόγησης του εαυτού και αφορά στην νοητική διεργασία η οποία συμβάλλει στη διαμόρφωση της αυτό-εικόνας κυρίως με βάση την εντύπωση που έχει κανείς για το πώς δείχνει το σώμα του. Η διεργασία αυτή σχετίζεται με δυσλειτουργικές διατροφικές συμπεριφορές και συνήθειες, αυξημένα επίπεδα στρες και χαμηλή διάθεση.

Ορισμένες τακτικές που υιοθετούμε στην καθημερινότητά μας ενισχύουν την προσήλωση μας στην εικόνα του σώματός μας.

Η επίτευξη του απόλυτου στόχου- Ο ιδανικός μου εαυτός

Πότε το σώμα μου θα είναι αρκετά καλό; Πότε θα είμαι απόλυτα ικανοποιημένη;

Ακούμε συχνά ανθρώπους γύρω μας να πασχίζουν να χάσουν μερικά ακόμα κιλά, να διορθώσουν ατέλειες στο σώμα τους με γυμναστική ή άλλες μεθόδους. Και σίγουρα, όλες αυτές οι προσπάθειες είναι πολύ φυσιολογικές και επιθυμητές όταν εξυπηρετούν υγιείς σκοπούς. Μερικές φορές, ωστόσο, τυχαίνει ο επιθυμητός στόχος να μετατοπίζεται όλο και περισσότερο. Έτσι, το αποτέλεσμα που κατακτάται δεν προκαλεί την ικανοποίηση που αναμενόταν από το άτομο-το οποίο αποφασίζει ότι χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια. Το ενδιαφέρον του εστιάζεται στην δημιουργία ενός φανταστικού εαυτού ο οποίος ταυτίζεται με μια καλύτερη ζωή, περισσότερη αυτοπεποίθηση, περισσότερες ευκαιρίες…

Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι ο φανταστικός-ιδανικός εαυτός δεν είναι διαμορφωμένος με έναν συγκεκριμένο τρόπο στο μυαλό μας, αντικατοπτρίζει απλά μια ανάγκη να είμαστε κάτι άλλο-καλύτερο από αυτό που είμαστε τώρα. 

Πώς θα καταλάβω ότι πέτυχα τον στόχο μου;

Είναι καλό όταν θέτουμε ένα στόχο ταυτόχρονα να ορίζουμε τα στοιχεία εκείνα που θα μας βοηθούν να κατανοήσουμε ότι πετύχαμε τον στόχο μας-αλλιώς το ταξίδι μοιάζει ατέρμονο και ματαιωτικό.

«Τυχαίες» συγκρίσεις

Πολύ συχνά τυχαίνει να συγκρινόμαστε με ανθρώπους που μπορεί να βλέπουμε στην τηλεόραση, στα social media ή με ανθρώπους που μπορεί να περνούν δίπλα μας στον δρόμο ή στο μετρό. Είναι σημαντικό να πάρουμε λίγο χρόνο να αναρωτηθούμε πόσο τυχαίος είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουμε τα άτομα για να κάνουμε μια σύγκριση στο μυαλό μας. Είναι αντικειμενικός; Αν μιλάμε, για τυχαία δειγματοληψία, ίσως θα είχε νόημα να εστιάζουμε -για παράδειγμα-σε κάθε πέντε άτομα του ίδιου φύλου και ηλικίας με εμάς που περνούν από δίπλα μας στο δρόμο, αφού τα περάσουμε από έναν εξονυχιστικό έλεγχο-όπως κάνουμε επανειλημμένα με τον εαυτό μας. Ποιος, όμως, στηρίζει σε αυτή την τακτική της συγκρίσεις του;

 Συνήθως, οι συγκρίσεις που πράγματι κάνουμε αφορούν άτομα που αντιλαμβανόμαστε πιο ελκυστικά από εμάς και κυρίως αφορούν στην γενικότερη εικόνα και αίσθηση που μας αφήνουν-αφού η προσοχή μας δεν έχει εστιάσει σε λεπτομέρειες πάνω τους.

Η αλήθεια είναι ότι πάντα θα υπάρχουν άτομα πιο ελκυστικά από εμάς. Ας σκεφτούμε πόσο ματαιωτικό είναι για κάποιον να καθορίζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος σε αυτές τις όχι και τόσο «τυχαίες» συγκρίσεις.

Η σχέση με τον καθρέφτη

Ποιοι θεωρούνται καλοί λόγοι για να κοιτάζει κανείς τον εαυτό του στον καθρέφτη; Και ποιος είναι ο σωστός τρόπος για να το κάνει;

Στην κλινική πράξη παρατηρείται συχνά μια μη βοηθητική σχέση με τον καθρέφτη ιδίως σε άτομα με δυσλειτουργική σχέση με το φαγητό. Τα άτομα αυτά μπορεί να κοιτάζουν στον καθρέφτη μεμονωμένα σημεία του σώματός τους σημεία που οι ίδιοι θεωρούν άσχημα ή «χοντρά». Ο λεπτομερής αυτός έλεγχος έχει αποδειχθεί ότι σχετίζεται με τη διαστρέβλωση των σημείων στα οποία εστιάζεται η προσοχή, κάνοντας τα να φαντάζουν πιο μεγάλα κι αυτό, εν μέρει, εξηγείται από την απουσία σημείου αναφοράς. Το άτομο, δηλαδή, εστιάζει τόσο πολύ σε ένα σημείο του σώματός του, αγνοώντας το υπόλοιπο σώμα ή και τον περιβάλλοντα χώρο-το δωμάτιο για παράδειγμα- μέσα στο οποίο βρίσκεται.

Αν προσπαθήσουμε να λάβουμε υπόψη μας το χώρο γύρω μας όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη ή/και να εστιάσουμε σε περισσότερο «ουδέτερα» σημεία του σώματος μας, όπως για παράδειγμα στα μαλλιά ή στους ώμους μας, σταδιακά θα αλλάζει και η αντίληψη που έχουμε για το πώς φαινόμαστε. Χρειάζεται προσπάθεια και χρόνο. Το σίγουρο είναι ότι αν ψάχνουμε για ατέλεια και πάχος, θα το βρούμε.  Σε αυτό μας βοηθάει η επιλεκτική μας προσοχή σε αυτό και οι διαστρεβλώσεις που παράγει αυτή η προσοχή.

Η απόλυτη τιμή

Το σημαντικό εδώ είναι να κατανοήσουμε ότι το βάρος μας δεν είναι ένας σταθερός αριθμός ή μια συγκεκριμένη τιμή. Αντίθετα, φυσιολογικό βάρος είναι ένα διάστημα τιμών. Αυτό μας αφήνει το περιθώριο να αντιλαμβανόμαστε ότι αυξομειώσεις στο βάρος μας συμβαίνουν συχνά, ακόμα και μέσα στη μέρα. Πολλοί είναι οι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτές τις διακυμάνσεις και σίγουρα δεν εξαρτώνται μόνο από την ποσότητα ή/και ποιότητα του φαγητού που καταναλώνουμε. Υιοθετώντας την στάση αυτή είναι πιο εύκολο να αντιληφθούμε ότι δεν έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των κιλών μας ή της σωματοδομής μας, τα οποία επηρεάζονται από παράγοντες εκτός του δικού μας ελέγχου. Μικρές αλλαγές στο νούμερο της ζυγαριάς δικαιολογούνται και είναι φυσιολογικές κι αναμενόμενες και, τις περισσότερες φορές, μη ορατές!

Τι άλλο «χωράει» σε αυτό που είμαι;

Σίγουρα δεν είμαστε μόνο ο αριθμός της ζυγαριάς ή το σώμα μας. Είμαστε πολλά περισσότερα. Η κατασκευή μιας λίστα με τις διαστάσεις που μας βοηθούν να διαμορφώνουμε την αυτό αντίληψη μας μπορεί να φανεί πολύ βοηθητική. Αυτές οι διαστάσεις μπορεί να αφορούν ικανότητες μας, τους ρόλους που έχουμε στη ζωή μας, τα ταλέντα μας.

Το να κάνουμε ένα βήμα πίσω τις φορές που μπορεί να νιώθουμε έντονη δυσφορία, απογοήτευση ή θλίψη για τα κιλά ή την εμφάνιση μας και να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας από ποιες άλλες διαστάσεις καθορίζεται η αυτοεικόνα μας μπορεί να λειτουργήσει πολύ βοηθητικά.

Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε τι άλλο συνιστά αυτό που είμαστε και να το συνυπολογίζουμε πριν διαμορφώσουμε μια κρίση με πολύ αρνητικό περιεχόμενο για τον εαυτό μας. Ας προσπαθούμε να μας υπενθυμίζουμε τη λίστα όταν νιώθουμε ότι ο αριθμός της ζυγαριάς ή το τοπικό πάχος είναι επαρκή κριτήρια αυτό-αξιολόγησης.

 

Διαβάστε επίσης: Καλλιεργώντας την Αυτο-αποδοχή

 

 

Facebook
Facebook
LinkedIn